Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Aντίο σκέτο


Ανάσα παίρνω βαθιά να μου φύγει ο φόβος
και το παγωμένο αίμα ξανατρέχει άγριο
χτυπώντας με μανία τους τοίχους απ᾽ τις φλέβες
μέχρι κείνες να κοκκινίσουν και να χρωματίσουν το δέρμα μου.
.
Απέναντί σου στέκομαι αγερωχοφανής μα δυναμωμένος
ξέρω πως όπως και αν σταθώ, τίποτα δε θα είναι αλλιώτικο
ξέρω πως ό,τι κι αν πω, τίποτα δε θα γίνει ίδιο με χθες
απλά θέλω να με θυμάσαι μ᾽ ένα κουράγιο στο βλέμμα.
.
Φτιάχνω μπουκέτο απ᾽ τον κήπο σου τα αγριόχορτα τα αμύρωτα
χάθηκαν κείνα τ᾽ αρωματένια τυφλολούλουδα που δεν έβλεπαν μαρασμό
και τα αγριομελίσσια που σ᾽ έφερναν με το κεντρί τους στην αγκαλιά μου
Ας είναι και αγριόχορτα. Εγώ γέμισα το βάζο στο σπίτι με χώμα και νερό.
.
Κάθε φιλί σου, κάθε σου χάδι, κάθε στιγμή μαζί σου
Κάθε σου νεύμα, κάθε σου νάζι, φυλάγω μέσα μου
Ένα γιγάντιο δάκρυ κρύβεται όσο μπορεί στον κόρφο μου
Θα κάνω ότι μου ζήτησες. Θα πω αυτό που θες. Ένα στεγνό αντίο.

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Μια Ηπειρώτισσα Γυναίκα


Μια περίεργη ηρεμία έχει το σπίτι. Όχι το δικό μου. Μα σα δικό μου να ᾽ναι. Το ´ξερα, το περίμενα. Αυτό θα ήταν το συναίσθημα της επιστροφής. Ηρεμία.
Πάντα έτσι αισθανόμουν εδώ. Ηρεμία. Μα αυτή είναι διαφορετική. Έχει μια πίκρα τούτη τη φορά, ανείπωτη, σιωπηρή.
Δεν την πρωτοσυνάντησα σε τούτο το σπίτι τη Χρυσάνθη μα εδώ είναι που τη γνώρισα, την ένιωσα.
Μου πήρε μια μέρα να τη μάθω. Λιγότερο ακόμη να την καταλάβω. Δεν είχε κάτι να κρύψει πέρα από αγάπη. Και κείνη δε μπορούσε να την κρύψει διόλου.
'Καλώς το καμάρι μου'. Έτσι με προσφώνησε σαν μ᾽ είδε και μου ᾽βαλε, χωρίς περιστροφές, ένα μεγάλο πιάτο με ζεστό φαγητό και κρύο κατακόκκινο μισοζαχαρωμένο καρπούζι για επιδόρπιο. Αρχές καλοκαιριού θα ᾽ταν τότε που μου πρωτόστρωσε στο μπαλκόνι. Η θέα είχε βουνό. Σκορπισμένα πράσινα δέντρα πάνω του, παντού. Σαν κείνα να φυσούσαν και μου ´ρχοταν στα μούτρα ένα γλυκό δροσερό αεράκι...

Ξεκίνησα να τρώω γρήγορα, όπως πάντα. Κείνη με κοίταζε ζεστά. Ήθελε να το φάω όλο. Το ´νιωθα. Έτσι και έκανα. Μόλις τελείωσα και το τελευταίο κομμάτι καρπούζι την κοίταξα στα μάτια. Όπως κοίταζα τη μάνα μου όταν έκανα κάποιο παιδικό κατόρθωμα. Και κείνη με κοίταξε με ικανοποίηση, με αγάπη. Σα μάνα μου. Αυτό ήταν. Το αισθάνθηκα τόσο έντονα μέσα μου κείνο το βλέμμα, το δυνατό, το μητρικό. Μου ´φτασε να την αγαπήσω αμέσως. Να νιώσω ηρεμία. Να αισθανθώ σα σπίτι μου.
Δυόμισι μήνες έμεινα στο σπίτι. Πηγαινοερχόμουν μέρα παρά μέρα. Χακί φορούσα, συνηθισμένο. Λες και ήταν χθες. Λες και ήταν μια ζωή.
.....
Η Χρυσάνθη ήταν το τζάκι του σπιτιού.
Τους μάζευε όλους γύρω της. Είχε και ένα πραγματικό, μα κείνο δε φτούραγε μπροστά της. Απ´ έξω ζέσταινε καλά, μα όχι από μέσα.

Η Χρυσάνθη πάντα ήξερε πότε να κάνει τί.
Κάποτε γινόταν αρχηγός, κάποτε η τελευταία.
Κάποτε ήταν εκεί, δίπλα μας, σαν τη θέλαμε, κάποτε έλειπε. Τότε που λέγαμε τα μυστικά μας.
Κάποτε γινόταν στοργική, κάποτε αυστηρούλα. Εκεί, δε μ´ έπειθε, η αλήθεια. Δεν το ´χε τούτο, δεν το ´θελε. Το ´κανε επειδή έτσι έπρεπε, έτσι θα της το ´πε η μάνα της, η γιαγιά της.

Η Χρυσάνθη έφτιαχνε καλύτερα απ´ όλους τη λαχανόπιτα.
Πώς τα κατάφερνε; Δεν είχε μυστικό η νοστιμιά. Δεν ήταν το λάχανο, το φύλλο το μπαχάρι. Αγάπη έβαζε μέσα πολλή, που πάντα της περίσσευε. Αγάπη.
....
Τούτη τη φορά η Χρυσάνθη λείπει από το σπίτι. Δεν είναι εδώ, έφυγε. Ρώτησα το εγγόνι της, τον Βασίλη. 'Πού είναι η γιαγιά καμάρι μου'; Και κείνος μικρούλης, δε μιλά, μα απάντησε. Μου ´δειξε τον ουρανό. Κοίταξα γύρω μου, ξανακοίταξα. Την έψαξα. Ήταν παντού και πουθενά. Ξάφνου την είδα στη φωτογραφία στο ράφι. Με κοίταζε με κείνο το ίδιο βλέμμα.
Της φώναξα μέσα μου: Πού πας; Γιατί έφυγες; Κάτι ξέχασες κυρία Χρυσάνθη. Τη λαχανόπιτά μου να φτιάξεις.
Και κείνη μου απάντησε: Γεμάτο είναι το σπίτι λαχανόπιτες. Κοίταξε γύρω σου. Στους τοίχους, στις πόρτες, στο τραπέζι της κουζίνας. Δεν τις βλέπεις; Το λάχανο λείπει, το φύλλο και το μπαχάρι.
Αφιερωμένο στην οικογένεια T.
Με αληθινή αγάπη,
Σ.Π.


Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

H πολιτική είναι μελωδία, είναι μουσική



H πολιτική είναι μελωδία, είναι μουσική.

Κάπου εκεί, στο κέντρο των χερτζ, η προσοχή μου κάνει πικ.

Και ακούω ό,τι αυτή ολότελα μου δίνει.

Είναι η στιγμή, είναι η ανάγκη.

Ψαρεύω ήχους με το καλάμι, παίζω ακόπαστα με το volume.

Δυο κουμπιά, δυο ηχεία, δυο αυτιά....

....
Σαν από δεξιά χαμηλώνω, αρέσκομαι.

Αυτή (η μουσική) χαϊδεύει απαλά μου, χαδιάρικα τ᾽ αυτιά.

Ψάχνει με τρόπο στο λαβύρινθο η μισιρλού.

Το κέντρο της υποταγής θε νάβρει.

Κείνο της φέρνει ηδονή, κείνο της δίνει οργασμό.

Και σιγοσέρνει...

κάποτε σα μπάντα ξεκούρδιστη , κάποτε σαν ορχήστρα συμφωνική.

Δεν το κρύβω πως έρχονται στιγμές που την αφήνω να με ψαχουλεύει.

Ρισκάρω.

Συνήθως όταν το δίκιο μου προδώσουν.

Ή το δικό σου ακόμη...

Σαν το τυφλό σκυλί γυρεύω στο στόμα να με φτύσει.

Έχει μια μαγεία η πειθαρχία καθώς άναρχα στρατεύεται πίσω από την εύθραυστη ουτοπία.

Το ξέρω το τέλος.

Όσο κοντά της φτάνω, ο ήχος πάντα λιγοστεύει.

Το ξέρω το τέλος.

φωνές υπόσχεται μα είναι μονάχο, σιωπηλό.

...

Σαν από αριστερά χαμηλώσω, αγριεύομαι.

Αυτή (η μουσική); Βρετανική μεζούρα, μου μετρά τ᾽ αυτιά.

Ψάχνει γεωμετρικά, με μέθοδο.

Το κέντρο της υποταγής θε νάβρει.

Κείνο της φέρνει ηδονή, κείνο της δίνει οργασμό.

Και βαυκαλίζεται...

Κάποτε σα μπάντα συμφωνική, κάποτε σαν ορχήστρα ξεκούρδιστη.

Δεν την αφήνω τούτη να με ψαχουλεύει.

Αντιδρώ.

Κάποιες φορές θυμώνω, την καλώ.

Όχι σαν τη σειρά χαλάνε, μα όταν καθεαυτή τη λέξη ψέγουν.

Αλλιώς δε τη γυρεύω. Την τυμπανομεβράνη μου ξέρει καλά να τυραννά.

Δεν κρύβει μαγεία ο ανταγωνισμός μα με καλυτερεύει. Εμένα.

Το ξέρω το τέλος.

Όσο κοντά της φτάνω, ο ήχος πάντα δυναμώνει.

Το ξέρω το τέλος.

Σιωπή υπόσχεται μα είναι τσιριχτό.

I'll Take My Chances

Το ρίσκο; Γυρίζω γύρω του σα θηρίο. Ακόμη μία φορά.
Δεν ξέρω γιατί ορκίζομαι. Θα ενδώσω. Οσονούπω.
Η τελευταία φορά; Απλά μια πρόφαση. Ένα πρόσχημα. Μια ουτοπία.
Ίσως η τελευταία δικαιολογία. Αν θέλω να είμαι έντιμος με τον εαυτό μου.
...
Το κόστος; Αθάνατο. Δίπλα μου στέκει. Κάθε φορά και διαφορετικό.
Γιατί το παίρνω; Γιατί με τρέφει. Με κάνει να ζω.
Μην μου κερνάς φόβο λυκοφίλιε. Είμαι ακατάδεκτος στο σκιάξιμο.
Μη μου τάζεις λυκοφίλιε. Δεν ψάχνω για όφελος. Για οξυγόνο ψάχνω.



Just save the earth



Τσιμπλιασμένα τα μάτια μου από τη χιονισμένη άμμο που πυκνοστέκει στοιβαγμένη στα βλέφαρά μου.

Γατόψαρα υλάζουν καθώς ξεψυχισμένα φτερουγίζουν πάνω απ᾽ το ακατοίκητο κεφάλι μου.

Η λύκαινα τρώει λεμονανθούς να κατεβάσει γάλα.

Κάτω από τις ρώγες της περιμένουν πεινασμένα δυο νεογέννητα, πασπαλισμένα με τσόφλι, σαυρόφιδα.

...

Που βρίσκομαι; Τρίζουν οι νοτισμένες από μολυσμένο αέρα ξυλογέφυρες καθώς πάνω τους περπατώ.

Κοιτάζω κάτω. Στεγνό μουχλιασμένο ποτάμι ξεβγάζει τα τελευταία γαλάζια απόνερα.

Κουράστηκα να γυρίζω πίσω να διορθώνω τα λάθη μου. Στέρεψα, ξέμεινα.

Δε μπορεί να με κέρδισε η αδιαφορία μου,συλλογίζομαι πλημμυρισμένος εγωισμό, εγώ έχασα.