Κατ’ αρχάς, χρειάζομαι ένα κομμάτι γης. Μικρό; Μεγάλο; δεν έχει σημασία. Αρκεί να βάλω γύρω ένα συρμάτινο πλέγμα και να βρω ένα καλό όνομα. Τότε από γη θα γίνει η δική μου γη. Θα φέρω όλους τους φίλους και γνωστούς. Να ‘χουν κοινά χαρακτηριστικά το οποίο μεταφράζεται σε κοινή καταγωγή. Θα μας μοιράσω γη και αρμοδιότητες, θα μας δώσω ένα αλφαβητάρι από μια άγνωστη γλώσσα που φτιάχτηκε για μας, δώρο απ’ τους προγόνους μας, και 1000 έτοιμες λέξεις για ξεκίνημα…Θα έχω τη γη, τη γλώσσα, τους ανθρώπους, την κοινή καταγωγή … θα έχω κάνει Το Κράτος που ονειρεύομαι.
Έπειτα, θα βρω ένα αόρατο υπερδυνατό κάτι. Αυτό που όρισε να είμαστε όλοι μαζί. Αυτό που θα μας προστατεύει στις δύσκολες στιγμές. Αυτό που θα θέσει απαράβατα κοινωνικά δόγματα για την πετυχημένη συμβίωσή μας. Αυτό που δε θα είναι σαν τα άλλα κάτι των γειτόνων αλλά το σωστό κάτι. Αυτό το κάτι που θα χρησιμοποιώ να επιβάλλομαι. Αυτό το κάτι που θα πιστέψουμε ότι θα μας ξεχωρίζει από τους άλλους∙ Θα μας κάνει μοναδικούς και αλάνθαστους, άτρωτους και αθάνατους.
Κατόπιν, θα επιδιώξω να μας θωρακίσω.
Θα βρω ένα φόβο εύκαιρο. Ανθρωπόμορφο σαν και μας μα θα δύνανται να διακρίνουν όλοι πόσο διαφορετικός θα ‘ναι. Δε θα μιλάει όπως εμείς, Δε θα πιστεύει ότι εμείς, δε θα ‘χει το ίδιο χρώμα με μας, μα θα θέλει να κλέψει ό,τι «καλό» έχουμε εμείς. Και θα τον αποκαλέσω παντοτινό εχθρό μας. Στην αρχή θα προστατέψω από δαύτον ότι με κόπο αποκτήσαμε και αν λίγο δυναμώσω, θα αναλάβω να του εξηγήσω τι είναι σωστό. Διότι αυτό είναι το σωστό! Και αν δε λέει να καταλάβει με το καλό…κάτι θα βρω να του δώσω να καταλάβει. Και αυτό το κάτι θα είναι ιερό.
Αφού στα γη, στους ανθρώπους, στη γλώσσα και στην καταγωγή θα έχω προσθέσει την πίστη και τους εχθρούς…θα έχω κάνει Το Έθνος που ονειρεύομαι.
Τέλος, θα βρω τους ήρωες. Όλοι εκείνους αγαπούν, όλοι εκείνους θέλουν να μοιάσουν. Θα φέρω διηγήματα στα σχολεία από τα ανδραγαθήματα των προγόνων μας που έδωσαν τη ζωή τους για μας. Δε μπορεί…και κάποιοι σκόρπιοι ήρωες θα υπάρχουν ανάμεσά μας…ειδάλλως, τι σόι Άριοι είμαστε; Και αν όχι, θα τους κάνω..βλέπε Αμερική! Μέσα από τις θυσίες των ηρώων μας για τα κοινά μας πιστεύω θα κερδίσω την εύνοια του νεοδημιούργητου λαού μου για αυτό που εγώ εγώ πιστεύω. Για ότι όλοι θα πιστέψουμε.
Έτσι, στη γη, τη γλώσσα και τους ανθρώπους, στην καταγωγή την πίστη και τους εχθρούς θα έχω προσθέσει και την αγάπη για όλα αυτά…οπότε, θα έχω κάνει Την Πατρίδα που ονειρεύομαι.
Και αφού γενώ εθνοδημιουργός και εθνάρχης ταυτοχρόνως και θα ‘χω κάνει το καπρίτσιο μου, θα παραμείνω ένα χρόνο. Μέχρι την άλλη πρωτοχρονιά, αυτή του 2011. Και θα γυρίσω πίσω. Στο κράτος, το έθνος, την πατρίδα που άφησα. Τη δική μου πατρίδα. Εκείνη που αγαπώ το ίδιο με σένα, πατριώτη. Μα πλέον δίχως φόβο…Στην ίδια γη, μαζί με ανθρώπους, με πίστη ότι μπορούμε να ζήσουμε όλοι μαζί υπό ευημερία κάτω απ’ τον ίδιο ήλιο, δίχως ευφάνταστους εχθρούς, με αγάπη για την Ελλάδα που σέβεται τον κάθε μετανάστη όπως σέβεται τον εαυτό της.





Ο Γκάλβιν έμαθε να φυλάγεται στην τρύπα που έφτιαξε με τα χρόνια η βροχή στο πέτρινο βουνό. Εκεί μάζευε τις πέτρες και περίμενε μαζί με την υπόλοιπη αγέλη στην μαρμαρένια είσοδο φοβισμένος την πρόοδο. Στον παραμικρό ήχο πετούσαν όλοι μαζί τις πέτρες που είχαν στα χέρια τους και απομάκρυναν ευκαιριακά τον κίνδυνο. Από κάποιες πέτρες που τρίφτηκαν μεταξύ τους, ο Γκάλβιν γνώρισε τη φωτιά. Δώρο θεών, θεόσταλτη, τους ζέσταινε στη γύμνια τους και γινόταν ο καλύτερος σκοπός στη φύλαξή τους. Ο Γκάλβιν την κοίταζε πάντα μισόματα, παράξενα. Μακριά της πάντα κρύωνε και δίπλα της καιγόταν. Τον ξένιζε αυτή η απλοχεριά ανακατεμένη συχνά με εσωστρέφεια. Τον ενοχλούσε διότι δεν ήταν αυτός που κανόνιζε την απόσταση μεταξύ τους αλλά εκείνη. Ώσπου μια μέρα θυμωμένος την πλησίασε και έχωσε βαθιά το χέρι του μες την καρδιά της. Εκείνη τον εδάγκωσε και κείνος τινάχτηκε πίσω έντρομος. Δεν την θέλησε στη ζωή του τη δαιμονισμένη. Πήγε στη διπλανή παρέα που ζεσταινόταν γύρω από μιαν άλλη φωτιά κι έψηναν με καλάμια κάτι άγρια μανιτάρια από την στάχινη ράχη του διπλανού βουνού. Προσπάθησε να τους περιγράψει πόσο κακό μπορούσε να τους κάνει αυτό το κίτρινο θεριό μα εκείνοι αδιαφόρησαν. 
Η φλογέρα αφήνει τη σκιά της ανάμεσα στα κλαδιά τούτου του θεόρατου πλάτανου.
Ο κυρ Μένιος ήταν κυνηγός. Χτισμένο από ξύλα είχε φτιάξει το καλυβάκι του και αποφάσισε να περάσει τη ζωή του στο βουνό. Είχε σκοτώσει σχεδόν όλα τα ζώα. Δεν του ‘λειπε τίποτα από τη συλλογή του και μια περίεργη μονοτονία άρχισε να τον καταβάλλει. Ώσπου, ένα χειμωνιάτικο πρωινό, 12 χρόνια πριν, καθώς περπατούσε βαριεστημένα, σ’ ένα μονοπάτι του βουνού συνάντησε τη λύκαινα μωρό και μόνη, κουλουριασμένη σ’ ένα χωμάτινο λαγούμι.
Ο κυρ Μένιος ήξερε πως το ατίθασο ζώο θα δήλωνε υποταγή μόνο αν έπαιρνε ένα κομμάτι κρέας από το χέρι του δίχως να του το δαγκώσει. Προσπάθησε πολλές φορές αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να γεμίσει τα χέρια του πληγές. Δε μπορούσε να αποδεχθεί ότι το ζώο που ζει επειδή ο ίδιος αποφάσισε να ζήσει δεν έδειξε διόλου τον απαραίτητο σεβασμό για τον ευεργέτη του! Οπότε, δώδεκα χρόνια μετά, αποφάσισε ν’ ανταλλάξει την ελευθερία της με μία τελευταία του προσπάθεια. Αφού έλυσε τη λύκαινα, έσκυψε μπροστά της και της είπε: -σου χαρίζω τη ζωή σου! Απλά, φάε το τελευταίο κομμάτι κρέας από το χέρι μου…δίχως να γευτείς το αίμα μου, άτιμο πλάσμα.
είδε το φεγγάρι ολόγιομο καθώς την εμπόδιζαν πάντα μια σειρά σιδερένιες βέργες, δεν άκουσε τον αντίλαλο της φωνής της στην άγρια ράχη ενός βουνού, δεν ένιωσε μάνα, δεν έβρεξε το ρύγχος της στα κρύα νερά του ποταμού αν και απείχε μόλις εκατό μέτρα από το κλουβί της.
-Τώρα μπορείς να φύγεις, της είπε με σταθερή φωνή.
Του Στ. Παραστατίδη -



Η σύγχρονη δημοκρατία διέπεται από ένα σύνολο κανόνων, των οποίων η νομική και ηθική υπόσταση υπαγορεύει την περιφρούρησή της από κάθε ημιδογματικό καθεστώς.

















